Ο Φώτης Κόντογλου γεννήθηκε στο Αϊβαλί της Μικράς Ασίας το 1895.
Τον επόμενο χρόνο έχασε τον πατέρα του Νικόλαο Αποστολέλη και μεγάλωσε κοντά στον αδελφό της μητέρας του, τον θείο του Στέφανο Κόντογλου, ηγούμενο του οικογενειακού τους μοναστηριού της Αγίας Παρασκευής.
Με την υποστήριξη του θείου του σπούδασε ζωγραφική στη Σχολή Καλών Τεχνών της Αθήνας (1913-1916) πριν φύγει για το Παρίσι, όπου έμεινε, παρέα με τον Σ. Παπαλουκά, μέχρι τα τέλη του 1919.
Η Μικρασιατική Καταστροφή τον έφερε, μαζί με χιλιάδες άλλους πρόσφυγες, πρώτα στη Λέσβο και ύστερα, με τη μεσολάβηση φίλων του, της Έλλης Αλεξίου, του Βάσου Δασκαλάκη, της Γαλάτειας και του Νίκου Καζαντζάκη κ.ά. στην Αθήνα.
Ο Κόντογλου έφυγε από το Αϊβαλί κυνηγημένος, ανέστιος, με μια εικόνα της αγίας Παρασκευής στα χέρια, για να βρεθεί, να πεταχτεί κυριολεκτικά σε μια ελλαδική κοινωνία κατάπληκτη από την αποτυχία της, ανίσχυρη ν' αντιδράσει και, το χειρότερο, δίχως ελπίδες.
Η ανάγκη ανόρθωσης ενός σταθερού κέντρου πνευματικής αναφοράς, ενός νέου μυθικού κόσμου εσωτερικής πίστης τον έφερε το 1923 στο Άγιον Όρος, όπου μελέτησε βρισκόμενος σε «θεϊκό μεθύσι, με καρδιά που καιγότανε, σε έκσταση», όπως έγραψε ο ίδιος, τη βυζαντινή και μεταβυζαντινή τέχνη. Εκεί έγραψε αρκετά από τα αφηγήματα και τις μεταφράσεις του. Επιστρέφοντας στην Αθήνα εξέθεσε στο Λύκειο Ελληνίδων μια σειρά από αντίγραφα βυζαντινών τοιχογραφιών και εικόνων που είχε φιλοτεχνήσει στα μοναστήρια. Ήταν ένας φυσιολάτρης, ένας αισθητιστής «με χριστιανική ανατροφή» και ρομαντικό πάθος για τον «πεθαμένο κόσμο», στον οποίο τον μετέφεραν με την «εξωτική τους φωνή τα μυρίπνοα αυτά άνθη».
Ο Κόντογλου έβλεπε μέσα από το πνεύμα του Τζον Ράσκιν
(Άγγλος συγγραφέας, ζωγράφος και κριτικός τέχνης) τη βυζαντινή τέχνη και την παράδοσή της.
Στην Αθήνα γρήγορα συνδέθηκε με τους κύκλους των διανοουμένων, των καλλιτεχνών και των φιλοτέχνων, που ήδη είχαν αρχίσει να προσανατολίζονται προς τις ιδέες της «ελληνικότητας», δηλαδή
τους Κ. Παρθένη, Δ. Πικιώνη, Φ. Πολίτη, Α. Ζάχο, Α. Χατζημιχάλη, Α. Μπενάκη κ.α.
Το 1925 παντρεύτηκε τη Μαρία Χατζηκαμπούρη, με την οποία απόκτησε μια κόρη.
Δουλεύει ακατάπαυστα, ζωγραφίζει, σχεδιάζει σκηνικά, συντηρεί εικόνες και τοιχογραφίες, γράφει, μεταφράζει και δημοσιεύει άρθρα και λογοτεχνήματα, εικονογραφεί βιβλία, συνεργάζεται με περιοδικά, όπως τη Φιλική Εταιρεία και τα Ελληνικά Γράμματα, πρωτοστατεί σε κάθε κίνηση και εργασία που σχετίζεται με τη στροφή προς την παράδοση και την κριτική αφομοίωση της νεωτερικής τέχνης. Με το έργο και τον λόγο του προσπαθεί να διαμορφώσει το ύφος και το περιεχόμενο μιας νέας «ελληνικότητας».
«ο Κόντογλου Κατάργησε τη βαλκανική μιζέρια και δουλοπρέπεια. Στον επαρχιώτικο ευρωπαΐζοντα αισθητισμό αντέταξε ένα αισθητισμό γηγενή» Τσαρούχης(ζωγράφος/σκηνογράφος)
Κι όμως, δεν επρόκειτο απλά για μια αισθητιστικού τύπου κίνηση.
Αφενός το ενδιαφέρον για τη παραδοσιακή - «λαϊκή» τέχνη είχε διεθνείς τότε διαστάσεις και αφετέρου οι βυζαντινές σπουδές είχαν αποκτήσει πολύ βαθύτερη σημασία για τους εθνικιστικούς κύκλους όλων των βαλκανικών κρατών.
Στα διεθνή συνέδρια των βυζαντινολόγων δίνονταν τότε πραγματικές «επιστημονικές» μάχες για την πρόσκτηση καθεμιάς περιοχής ή περιόδου στην ιστορία της τέχνης του κάθε έθνους-κράτους.
Αλλά αν οι ιστορικοί έπρεπε να διαφυλάξουν το παρελθόν από τις επιβουλές, οι σύγχρονοι καλλιτέχνες καλούνταν να καταδείξουν τη συνέχειά του. Από την άποψη αυτή, η αποκατάσταση της βυζαντινής και της παραδοσιακής-«λαϊκής» τέχνης όχι μόνο ως ισότιμης καλλιτεχνικά με την αρχαία, αλλά και ως «ταμείου», ως «κιβωτού» για τη σύγχρονη, αποτέλεσε κεντρικής σημασίας ζήτημα της κρατικής πολιτιστικής παρέμβασης.
Ο αγώνας του Κόντογλου δεν ήταν μια μεμονωμένη ιδιωματική προσπάθεια, αλλά παρακολουθούσε στην ανέλιξή τους ορισμένες ανάλογες ιδεολογικές ωριμάσεις και πολιτιστικές πολιτικές του κράτους και γενικότερα των υψηλότερων στρωμάτων του κατεστημένου. Το βυζαντινοπρεπές και λαϊκότροπο ύφος του Κόντογλου ξένιζε βέβαια την εθισμένη στις τεχνοτροπίες του ευρωπαϊκού συρμού, ευρύτερη φιλότεχνη αθηναϊκή κοινωνία, καθώς δεν νεωτέριζε ακολουθώντας κάποια ήδη αναγνωρισμένη τάση, αλλά αντίθετα καινοτομούσε αναπλάθοντας δημιουργικά στοιχεία της μεταβυζαντινής και παραδοσιακής-«λαϊκής» τέχνης σε έργα κοσμικού περιεχομένου, προτείνοντας την επιστροφή σε έναν «ξεχασμένο» τρόπο όρασης του κόσμου.
Η δεκαετία του '30 ήταν η σημαντικότερη και γονιμότερη περίοδος της ζωής του.
Το 1932 μαζί με τους μαθητές του Γ. Τσαρούχη και Ν. Εγγονόπουλο, ζωγράφισε τις περίφημες τοιχογραφίες στο νεόκτιστο σπίτι του.
Η φωτεινότητα της τεχνικής του φρέσκου, η ελεύθερη φαντασία του, το καθαρό γράψιμο των μορφών στις δύο διαστάσεις, η λεπτότητα των τονικών και χρωματικών αρμονιών, η ευφροσύνη που αποπνέει το σύνολο συνιστούσαν τη μεγάλη υπόσχεση που έδωσε ο Κόντογλου και οι μαθητές του: ότι ήταν δυνατή η αναβίωση της μεταβυζαντινής παράδοσης.
Στα τέλη της δεκαετίας, το 1937, θα αναλάβει την παραγγελία για τις τοιχογραφίες του Δημαρχείου της Αθήνας. Το ζητούμενο εδώ ήταν να ανασυνθέσει σε μνημειακή κλίμακα, μέσα από μια σειρά παραστάσεων, την ιστορία της πόλης, αλλά και ευρύτερα της ελληνικής φυλής, από τους προϊστορικούς χρόνους μέχρι την Επανάσταση του '21. Κάτω από τους έμμεσους αλλά αυτονόητους περιορισμούς που επέβαλε η δικτατορία της 4ης Αυγούστου,
η ιστορία της αρχαίας Αθήνας γράφτηκε υπό το πρίσμα που
ικανοποιούσε τον δικτάτορα. Ο Κόντογλου επιχείρησε να ζωγραφίσει τις παραστάσεις αυτές συνθέτοντας ελληνιστικά, βυζαντινά και λαϊκότροπα εικαστικά στοιχεία, δίχως να φθάσει όμως πάντοτε σε επιτυχείς λύσεις.
Τα σκληρά χρόνια της Κατοχής ο Κόντογλου ζει για δεύτερη φορά την καταστροφή, το αδιέξοδο, την κατάλυση κάθε στέρεης κοινωνικής κι επαγγελματικής σχέσης, τη στέρηση υλικών πόρων και προοπτικών. Θύμα άγριας μαυραγορίτικης εκμετάλλευσης πούλησε το σπίτι του για ένα σακί αλεύρι και στέγασε όπως όπως την οικογένειά του σ' ένα γκαράζ. Κατέφυγε στην ορθοδοξία.
Στον μυστικισμό των νηπτικών βρήκε ένα δρόμο διαφυγής από μια πραγματικότητα αβίωτη, έναν έσχατο τρόπο να εκλογικευτεί το παράλογο και η φρίκη της πιο άγριας κι ολοκληρωτικής καταστροφής, που όμοιά της δεν είχε γνωρίσει η ανθρωπότητα.
Από τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο και ύστερα ο Κόντογλου ακολούθησε σ' όλες τις εκφάνσεις του δημόσιου βίου του, τον δρόμο της ορθοδοξίας. Το πινέλο του αφιερώθηκε στην αγιογραφία και η πένα του στη θεολογία και τη μαχόμενη δημοσιογραφία στην Ελευθερία του Π. Κόκκα, στο περιοδικό Κιβωτός.
Η θεολογία του, όπως παρατηρεί κινείται στην κριτική γραμμή του Παπαδιαμάντη, «της θετικής θεολογικής ανατομίας της λαϊκής πνευματικότητας του ορθόδοξου ελληνικού χώρου, της θεολογίας της μετάπλασης της απλοϊκής ευσέβειας των ταπεινών σε "δόξα" και αλήθεια».
Ως δημοσιολόγος κατέκρινε ριζοσπαστικά κάθε εκσυγχρονιστική και δυτικότροπη σκέψη ή άλλη εκδήλωση της καθημερινής ζωής.
Στην πορεία του αυτή ο Κόντογλου δεν έμεινε έξω από τις ενδοεκκλησιαστικές συγκρούσεις, ιδιαίτερα στο ζήτημα της ένωσης των Εκκλησιών, ερχόμενος σε αντιπαράθεση ακόμα και με τον τότε Αρχιεπίσκοπο Αθηναγόρα. Τη σθεναρή του αυτή στάση την πλήρωσε μ' έναν άδικο αποκλεισμό. Δεν του ανατέθηκε ποτέ να αγιογραφήσει καμιά σημαντική εκκλησία της Αθήνας.
Πέθανε στην Αθήνα στις 13 Ιουλίου 1965, έπειτα από μετεγχειρητική μόλυνση.
Τιμήθηκε με το Βραβείο της Ακαδημίας Αθηνών, με το Βραβείο «Πουρφίνα» της Ομάδας των Δώδεκα και με το Εθνικό Αριστείο Γραμμάτων και Τεχνών της Ακαδημίας Αθηνών για το έργου του
ΦΩΤΗΣ ΚΟΝΤΟΓΛΟΥ
«Οι ψυχές των νέων είναι ρημαγμένες από τα άγρια ένστικτα, που τα ανεβάσανε στην επιφάνεια από τα σκοτεινά τάρταρα της ανθρώπινης φύσης κάποιοι εχθροί του ανθρώπου, κάποιοι πνευματικοί ανθρωποφάγοι, που ανάμεσά τους πρωτοστατεί ένας τρελλός λύκος λεγόμενος Νίτσε, μια μούμια σαν παληόγρια λεγόμενη Βολταίρος, κάποιος ζοχαδιακός Φρόυντ κι ένα πλήθος από τέτοια όρνια και κοράκια και νυχτερίδες»
(«Μυστικά άνθη»)Ο Φώτης Κόντογλου γράφοντας, σ' έναν τόνο τόσο τραχύ, δεν είχε χαριστεί ούτε σ' έναν από τους διανοητές της Δύσης, κατακρημνίζοντάς τους, αδιάκριτα αν επρόκειτο για καθολικούς, ορθολογιστές, σκεπτικιστές ή μυστικούς, ως υπεύθυνους για την «κρυφή απελπισία» και τα άλλα «φαρμακερά μανιτάρια που φυτρώσανε στις καρδιές και τις ψυχές της γαγγραινιασμένης ανθρωπότητας».
Με τους καλλιτέχνες δεν είχε σταθεί λιγότερο αυστηρός. Κατήγγειλε τους νεώτερους, τους ρεαλιστές, τους ιμπρεσιονιστές, και τους αφηρημένους, όλους , άλλους περισσότερο, άλλους λιγότερο, δούλευαν, ηθελημένα ή αθέλητα, για «την παμπόνηρη αλχημεία του Μαμωνά». Μέσα από μια συνωμοτική-δαιμονιακή αντίληψη για την Ιστορία, ο Κόντογλου κήρυσσε ενάντια στους «διαβόλους, που φαίνονται απ' έξω ήμεροι,απλοί, ειρηνικοί στα ανύποπτα μάτια μας [και που] δίχως να φαίνουνται, κάθουνται κρυφά και σχεδιάζουνε μυριάδες σατανικά σχέδια, που ανατριχιάζει άνθρωπος να τα συλλογιστεί» («Μυστικά άνθη»).
Στη σκέψη του η Ρωμιοσύνη κινδύνευε από τον εξευρωπαϊσμό, η ορθοδοξία από τον παπισμό, οι άνθρωποι αλλοτριώνονταν από τις ιδέες του νεωτερισμού, τη δίψα του κέρδους, τις μηχανές και την τεχνολογία και κυρίως από το «δηλητήριο της μάταιης γνώσης»
«Τα μυστήρια του πνεύματος, πούναι απάνω από τη γνώση, δεν τα αισθάνουνται οι αισθήσεις του κορμιού, μηδέ το λογικό του νου, αλλά έδωκε ο Θεός την πίστη, με την οποία μονάχα γνωρίζουμε πως υπάρχουνε»
«Την ορθόδοξη θρησκεία μας την πήραμε από θεϊκή αποκάλυψη, κι όχι από την ανθρώπινη σοφία, ώστε η τέχνη της δε μπορούσε νάναι φυσική, αλλά πνευματική»
( « Τα ακηλίδωτα αρχέτυπα »)

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου